+357 22 873300
  SIGNUP
  LOGIN

Κύριε Πρόεδρε του ΔΗ.ΣΥ,

 

Κύριε Κοινοβουλευτικέ Εκπρόσωπε ΔΗ.ΣΥ,

 

Κύριοι Πρόεδροι του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας,

 

Κύριοι Επαρχιακοί Δικάστές,

 

Κύριοι Βουλευτές,

 

Κύριε Δήμαρχε,

 

Κύριοι Δημοτικοί Σύμβουλοι,

 

Κύριοι Εκτελεστικοί Σύμβουλοι του Πανεπιστημίου Uclan,

 

Νιώθω μεγάλη τιμή που σήμερα παρευρίσκεσθε όλοι εδώ για να ακούσετε σχετικά με την παρουσίαση του βιβλίου μου. Ιδιαίτερα θέλω να ευχαριστήσω το Πανεπιστήμιο UClanκαι τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο για την παρουσίαση αυτή.  Θέλω ονομαστικά να ευχαριστήσω τον Κύριο Τιμ Πότιερ και την Κυρία Αννίτα Δημητρίου για την άρτια διοργάνωση της αποψινής βραδιάς, τον Κύριο Βάσο Θεοδώρου και τον Κύριο Σταύρο Μαυρομμάτη, Προέδρους των Δικηγορικών Συλλόγων Λάρνακας και Αμμμοχώστου αντίστοιχα. Ιδιαίτερα θέλω να ευχαριστήσω τον Πρόεδρο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου Κύριο Δώρο Ιωαννίδη, με τον οποίο με τιμά μια παλιά, μακρά φιλία, αγάπη και αλληλοεκτίμηση.

 

Ι. Είμαι βέβαιος ότι εκείνο το οποίο οι  περισσότεροι  σκέφτεσθε απόψε είναι αν αυτό το βιβλίο εξυπηρετεί την πράξη ή τη θεωρία στη Νομική Επιστήμη. Κι αυτό για  το λόγο ότι υπάρχει μια πλατιά διαδεδομένη εντύπωση ότι η Νομική Επιστήμη είναι μια θεωρητική Επιστήμη. Όμως η Νομική Επιστήμη δεν είναι θεωρητική επιστήμη. Είναι ιδιαίτερα πρακτική. Όλες οι επιστήμες είναι πρακτικές. Από την πράξη πηγάζουν και στην πράξη καταλήγουν.  Και για την πράξη υπάρχουν. Καμιά επιστήμη δε χρησιμοποιεί τον παραγωγικό συλλογισμό, τον apriori. Καμιά δε θέτει κανόνες εκ των προτέρων. Καμιά δε δογματίζει.  Αντίθετα, όλες χρησιμοποιούν τον επαγωγικό συλλογισμό, τον aposteriori. Hπράξη είναι εκείνη που τα υπαγορεύει όλα. Η πράξη παρατηρεί, καταγράφει και η θεωρία έρχεται, συλλέγει τις παρατηρήσεις της πράξης,  εξάγει συμπεράσματα, συνάγει κανόνες, τους συστηματοποιεί,  εκφράζει εποικοδομητικά σχόλια και τους παραδίδει πίσω στην πράξη για καλύτερη πλέον εφαρμογή και για ευκολότερη εκμάθηση. Γι’ αυτό το λόγο σε κανένα επιστημονικό βιβλίο δεν πρέπει να υπάρχει οποιαδήποτε απόσταση, ή ακόμα χειρότερα, διάσταση μεταξύ θεωρίας και πράξης. Αντίθετα, πράξη και θεωρία πρέπει να συμπορεύονται. Και όταν λέμε
«πράξη», στη νομική, εννοούμε τη νομολογία.

i.Θα μπορούσα να δώσω ένα ιστορικό παράδειγμα γι’ αυτό το οποίο λέω. Ξέρουμε όλοι ότι το πιο συγκροτημένο δίκαιο στην αρχαιότητα ήταν το Ρωμαϊκό δίκαιο - γι’ αυτό το λόγο και διδάσκεται  μέχρι σήμερα σε πολλά Πανεπιστήμια του κόσμου. Στο Ρωμαϊκό δίκαιο είχαν τις leges. Legesήσαν οι νόμοι οι οποίοι ψηφίζονταν από την Senatus, την Σύγκλητο, αντίστοιχη με τη σημερινή Βουλή.Η lexήταν ο νόμος. Ήταν θηλυκού γένους, για το λόγο ότι οι Ρωμαίοι ένιωθαν μια ιδιαίτερη αγάπη και ευαισθησία για το νόμο.   Αντίθετα, η ελληνική γλώσσα προτίμησε το αρσενικό γένος, διότι ήθελε να νιώθει ότι ο νόμος είναι σταθερός, δυνατός και επιβάλλεται. Τις legesτις σχολίαζαν εξαίρετοι Ρωμαίοι νομικοί, όπως ήταν π.χ. ο Παύλος, ο Ουλπιανός, ο Παπινιανός, ο Γάιος,  ο Μοδεστίνος.  Αυτοί, με τα σχόλιά τους, δημιούργησαν σιγά -σιγά το ius, το δίκαιο.  Ταυτόχρονα, όμως, οι Ρωμαίοι δικαστές, οι πραίτορες, εφάρμοζαν τις  legesστην πράξη. Στην εφαρμογή τους εχρησιμοποίησαν σε κάποιο στάδιο μια άλλη έννοια, την έννοια της aequitas. Aequitasήταν η επιείκεια. Βλέπουμε, λοιπόν ότι, -κάνω μια παρένθεση εδώ-  το equity,  η επιείκεια, δεν είναι σκέψη Άγγλων. Των Ρωμαίων ανακάλυψη ήταν. Την aequitas οι Ρωμαίοι πραίτορες  την χρησιμοποιούσαν, όπως έλεγαν στα λατινικά, ad iuvendi velsupplendivelcorrigendiiuriscivilisgratia, το οποίο σήμαινε  ότι ήταν για να ερμηνεύσουν το νόμο, ή για να το συμπληρώσουν, ή, ακόμα, και για να τον τροποποιήσουν.  Όμως, ήταν πολύ φυσικό, σε κάποιο στάδιο να δημιουργηθεί μια απόσταση μεταξύ του iusκαι των leges, δηλαδή της θεωρίας και της πράξης.  Η απόσταση αυτή εξελίχθηκε σε διάσταση. Και η διάσταση επέφερε χάος και αβεβαιότητα.

 

ii. Δεν υπάρχει τίποτα  χειρότερο σε ένα δίκαιο από την αβεβαιότητα. Γιατί η αβεβαιότητα οδηγεί το μεν δίκαιο σε ανυποληψία, το δε κράτος σε αστάθεια. Και δυστυχώς αυτό συνέβη με το Ρωμαϊκό δίκαιο. Όταν αυτό το αντελήφθη ο Ιουστινιανός τον 6ο αιώνα στο Βυζάντιο, όπου είχε μεταφερθεί πλέον η εφαρμογή του Ρωμαικού δικαίου, συνεκάλεσε αμέσως επιτροπή εκ νομικών υπό τον Τριγωνιανό. Η επιτροπή εκωδικοποίησε το iusκαι τις leges,και δημιούργησε τρία έργα, τον κώδικα - codex-,τα λέω και λίγο στα λατινικά επειδή τότε εχρησιμοποιείτο ακόμη η Λατινική γλώσσα, τον πανδέκτη - index- και τις εισηγήσεις – institutiones. Με την κωδικοποίηση αυτή το δίκαιο απέκτησε τέτοια βεβαιότητα, που η Ιουστινιάνεια νομοθεσία εφαρμόσθηκε στην Έλλάδα μέχρι το 1945, ότε ετέθη σε εφαρμογή ο Ελληνικός Αστικός Κώδικας. 

 

iii. Βλέπουμε, λοιπόν, τι είναι δυνατόν να επιφέρει η αβεβαιότητα στο δίκαιο, η οποία μπορεί να προέλθει από την διάσταση της πράξης και της θεωρίας, και τι μπορει να προσφέρει η σταθερότητα και η βεβαιότητα.

 

iv.Θα ρωτήσετε, τώρα: Ο νομικός συγγραφέας δεν μπορεί να ασκήσει κριτική; Δεν μπορεί να εκφέρει την αποψή του ή να εκφράσει ο ίδιος κάτι δικό του; Ασφαλώς και δικαιούται. Και υποχρεούται μάλιστα. Γιατί μόνο έτσι προάγεται η επιστήμη και μόνο έτσι επιτελείται πρόοδος. Αλλά, άλλο απόσταση και διάσταση και άλλο κριτική. Γιατί στην απόσταση ο συγγραφέας δε λαμβάνει υπόψη του την άλλη άποψη. Στην κριτική, αντίθετα, τη λαμβάνει υπόψιν και για αυτό και ασκεί την  κριτική του. Μόνο που η κριτική του  πρέπει να ασκείται με σεβασμό. Όχι με κολακεία. Με σεβασμό. Χωρίς οποιαδήποτε εκ μέρους του συγγραφέα οίηση, έπαρση, αλαζονεία ή υψαυχενισμό. Χωρίς εγωπάθεια. Δικαιούται, όμως, και μάλιστα είναι καλύτερα, ο συγγραφέας να έχει πάθος για το βιβλίο του. Όπως είπε ο Βολταίρος, το πάθος στον άνθρωπο είναι όπως ο άνεμος στο ιστιοφόρο. Μπορεί να το βυθίσει , αλλά χωρίς αυτό δεν πάει πουθενά.

 

ΙΙ. Με αυτές λοιπόν τις σκέψεις, ο συγγραφέας θα πρέπει να δει πλέον τι είδους βιβλίο θέλει να παρουσιάσει.

 

i. Θέλει να παρουσιάσει ένα ευρετήριο; Το ευρετήριο είναι πραγματικά ένα εξαιρετικό βιβλίο, γιατί βοηθεί καθημερινά όλους εμάς τους επαγγελματίες- και εδώ να μου επιτρέψετε να πω ότι θεωρώ τιμή μου το γεγονός ότι ανήκω στο  Δικηγορικό Συλλόγου,  ότι είμαι μέλος του γιατί είμαι κυρίως επαγγελματίας- βοηθεί, λοιπόν, το ευρετήριο όλους εμάς τους επαγγελματίες καθημερινά. Αν είναι ευρετήριο νομοθεσίας, τον βοηθεί να εξεύρει αμέσως την σχετική νομοθετική διάταξη. Αν είναι ευρετήριο νομολογίας, τον βοηθεί να εξεύρει την σχετική απόφαση, την οποία θα χρησιμοποιήσει στην υπόθεση την οποία έχει ενώπιόν του για να λύσει. Όμως, το ευρετήριο παρουσιάζει ένα μειονέκτημα. Δεν περιέχει τίποτα απο τον ίδιο τον συγγραφέα. Δεν έχει απόψεις του συγγραφέα.

 

ii. Γι’ αυτό ο συγγραφέας πιθανόν να θελήσει και κάτι άλλο, δηλαδή να δώσει ένα σύγγραμμα, στο οποίο να καταγράφει και τα συμπεράσματά του, ή, ακόμη περισσότερο, ένα σύγγραμμα στο οποίο, εκτός από τα συμπεράσματα, να ασκεί κριτική, να καταγράφει τα σχόλια του. Σε τέτοια περίπτωση, στην τριτη περίπτωση, θα πρέπει να ξέρει ότι η μελέτη του πρέπει να ακολουθήσει τρία στάδια.

 

Το πρώτο είναι το ερευνητικό και συλλεκτικό. Σ’ αυτό το στάδιο θα μαζέψει την ύλη του, η οποία είναι κυρίως οι νόμοι, διατάγματα, πιθανόν ακόμα και εγκύκλιοι, οι οποίες  θα τον βοηθήσουν στην ερμηνεία, ή και πρακτικά της Βουλής, νομολογία, επιστημονικά συγγράμματα επί του θέματος, άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά και  - παρακαλώ προσέξετε το αυτό- ακόμη και μελέτες ή άρθρα που έχουν δημοσιευθεί από οποιοδήποτε πολίτη επί του θέματος  τα τελευταία χρόνια, γιατί ακόμη και αυτή η άποψη μπορεί να είναι πολύ σημαντική.  Βεβαίως  αυτό το στάδιο της μελέτης είναι το πιο ανιαρό, γιατί σ’ αυτό το στάδιο δεν καταβάλλεται οποιαδήποτε πνευματική εργασία.

 

Στο δεύτερο στάδιο ο συγγραφέας θα μελετήσει την ύλη του, θα εξαγάγει τα συμπεράσματά του και θα τα καταγράψει με όσο το δυνατό μεγαλύτερη σαφήνεια, παρέχοντας ταυτόχρονα και τις πηγές του, ώστε να μπορεί ο αναγνώστης να ανατρέξει σε αυτές και να εξαγάγει ο ίδιος τα δικά του συμπεράσματα, που μπορεί να είναι διαφορετικά από εκείνα του συγγραφέα.

Στο τρίτο στάδιο θα ασκήσει την κριτική του.  Εδώ θα εκφέρει τα σχόλιά του είτε επι της  νομοθεσίας, είτε επι της νομολογίας, αναλόγως του τι υπάρχει. Σχετικά με τη νομοθεσία, αν πρέπει π.χ.  να θεσπισθεί κάποια διάταξη ή ένας νέος νόμος, αν θα πρέπει μια άλλη διάταξη να τροποποιηθεί, ή να ακυρωθεί, ή να καταργηθεί, αν θα πρέπει να υπάρξει τροποποίηση - αλλά πάντοτε με επιχειρήματα. Καλύτερα, ασφαλώς, να γράφει πώς πρέπει να διατυπώνεται η σχετική διάταξη. Σχετικά με τη νομολογία θα πρέπει να εξετάσει αν πραγματικά εφαρμόζει κατα λέξη τη νομοθεσία, αν ακολουθεί προηγούμενη γραμμή, ή  μια νέα γραμμή και να συγκρίνει, στη δεύτερη περίπτωση, τις δύο γραμμές με τα σχετικά επιχειρήματα και να αναφέρει αν η νομολογία έχει οποιοδήποτε περιθώρια βελτίωσης. Αν υπάρχει απόφαση η οποία εκτρέπεται από την παραδεδομένη γραμμή της νομολογίας θα πρέπει να την κρίνει, αλλά πάντοτε με σεβασμό, γιατί οι απόψεις της μειοψηφίας πολλές φορές μετατρέπονται σε απόψεις  πλειοψηφίας. Άλλωστε  μόνο έτσι θα υπάρξει εξέλιξη.

 

iii. Κάνοντας όλα αυτά, πιθανό να δει ότι το βιβλίο του έχει γίνει ογκώδες και δύσχρηστο, ιδιαίτερα για τους επαγγελματίες,οι οποίοι δεν έχουν χρόνο να διαβάσουν ένα βιβλίο από την αρχή ως το τέλος και μάλιστα όταν το βιβλίο αναφέρεται σε ένα ειδικό θέμα και- όπως ανέφερε και ο Πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου - οι μελέτες οι οποίες προάγουν την επιστήμη είναι οι μελέτες επι ειδικών θεμάτων.  Εκτενείς μελέτες επί ειδικών θεμάτων, και όχι μελέτες επι εκτενών θεμάτων. Γι’ αυτό ο συγγραφέας  θα καταρτίσει ένα λεξιλογικό ευρετήριο, πλούσιο και λεπτομερές. Με το λεξιλογικό ευρετήριο ο χρήστης του βιβλίου, όταν αναζητεί κάτι, δεν θα χρειάζεται να διεξέλθει ολόκληρο το βιβλίο, ούτε, έστω, να το διατρέξει,  αλλά θα μπορεί να ανατρέξει  στο σχετικό απόσπασμα, αφού το εντοπίσει από το λεξιλόγιο.

 

ΙΙΙ.Τελειώσαμε και με το είδος του βιβλίου που θα παρουσιάσει. Τώρα ερχόμαστε στο ποιό είναι το θέμα που θα επιλεγεί και πώς προσωπικά κατέληξα σε αυτό το θέμα και στη σημερινή έκδοση. Το θέμα και η επιλογή του θα κριθούν από ορισμένους παράγοντες, τους οποίους ο συγγραφέας  έχει στο μυαλό του και μπορεί να τον επηρεάσουν.  Τέτοιοι παράγοντες μπορεί να είναι ο χρόνος που  διαθέτει ο συγγραφέας, σε συσχετισμό με το χρόνο που απαιτείται για την συμπλήρωση του έργου, ή η χρησιμότητα του έργου, ή, η γνώση που έχει πάνω στο θέμα αυτό, ή η εξοικείωση ή αγάπη του για αυτό το θέμα, ή, ακόμα, η πρόκληση που νιώθει για ένα θέμα.

 

IV. Το βιβλίο αυτό έχει σαν θέμα την εκκαθάριση των εταιρειών.  Και μόνο το γεγονός ότι αναφέρεται σε εταιρείες δείχνει σαφώς την χρησιμότητά του, γιατί καθημερινά χρησιμοποιούμε τις εταιρείες. Εταιρείες που έχουμε εμείς οι ίδιοι και συναλλασόμαστε με αυτές, ή, ακόμα, και εταιρείες με τις οποίες  αντισυμβαλλόμαστε καθημερινά. Ιδού η χρησιμότητα του, λόγω της πλατιάς χρήσης. Γιατί όλες αυτές οι εταιρείες είναι πιθανόν μια μέρα να εκκαθαρισθούν. Ιδού, λοιπόν, ο πρώτος παράγων που ώθησε στην επιλογή αυτού του θέματος.

 

i. Υπήρξε, όμως, ακόμη ένας παράγοντας. Τι είναι εταιρεία; Εταιρεία είναι ένα πρόσωπο.  Δεν είναι φυσικό πρόσωπο, δεν είναι πλάσμα της φύσης, είναι πλάσμα του νόμου, πλάσμα δικαίου, fictio iuris. Aυτό το νομικό πρόσωπο έχει τη δυνατότητα από το νόμο να έχει δικαιώματα και υποχρεώσεις, όπως μπορεί να έχει και το φυσικό πρόσωπο, εκτός βέβαια από αυτά που προσιδιάζουν στην ανθρώπινη φύση. Δεν μπορεί η εταιρεία να τελέσει γάμο, να κληρονομήσει, να ψηφίσει ή να ψηφισθεί σε δημοτικές  ή δημόσιες εκλογές.  Μπορεί, όμως, να συγχωνευθεί με άλλη εταιρεία, κάτι που προσομοιάζει με γάμο, μπορεί να λάβει μέρος σε εκλογές άλλης εταιρείας στην οποία είναι μέτοχος. Η μεγαλύτερη, όμως, ομοιότητα  είναι ότι πεθαίνει, όπως και το φυσικό πρόσωπο.  Το φυσικό πρόσωπο, αν είναι προνοητικό,  θα φροντίσει να διευθετήσει όλες του τις εκκρεμότητες πριν αποβιώσει, ώστε να μην αφήσει προβλήματα στους επιγόνους ή στους κληρονόμους του. Το ίδιο μπορεί να κάμει και μια εταιρεία. Μπορεί να προβεί σε μια εκούσια εκκαθάριση. Όμως - και εδώ αρχίζει το πρόβλημα - υπάρχει και η αναγκαστική εκκαθάριση. Στην αναγκαστική εκκαθάριση μπορεί ο εκκαθαριστής να βρεθεί ενώπιον τεράστιων προβλημάτων, τα οποία να ανάγονται σε όλους τους κλάδους δικαίου. Μπορεί τα προβλήματα που θα προκύψουν να ανάγονται στον κλάδο των συμβάσεων, ή στον κλάδο των αδικοπραξιών, ή στον κλάδο του οικογενειακού δικαίου,  ή στο κληρονομικό δίκαιο, ή στο ναυτικό δίκαιο, ή στο ασφαλιστικό, ή στο φορολογικό δίκαιο, ή ακόμα στο δίκαιο των προσφυγών  ή στο ποινικό δίκαιο. Παρουσιάζεται, λοιπόν, ένα πλέγμα προβλημάτων, το οποίο είναι πολυεπίπεδο και πολυδαίδαλο. Αυτή ήταν η πρόκληση. Αυτός ήταν δεύτερος παράγων για την επιλογή αυτού του θέματος. 

 

ii. Όμως, θα ήθελα να πω ότι, προϊόντος του χρόνου, προέκυψαν και δευτερογενείς παράγοντες. Γιατί η πρόκληση στα επιστημονικά θέματα ενεργεί όπως στις ανθρώπινες σχέσεις. Δηλαδή η πρόκληση δημιουργεί την προσέγγιση, η προσέγγιση φέρνει την εξοικείωση και η εξοικείωση καταλήγει στην αγάπη.  Με αυτούς τους παράγοντες επελέγη και άρχισε και αποπερατώθηκε η συγγραφή του παρόντος βιβλίου, το οποίο παρουσιάστηκε στην πρώτη του έκδοση το Μάρτιο του 2013.

 

V. Όταν παρουσιαζόταν τότε το βιβλίο αυτό, κανείς δεν μπορούσε να φαντασθεί ότι θα επακολουθούσε μια δεύτερη έκδοση τόσο σύντομα. Όμως, η κατάσταση άλλαξε άρδην. Το πέπλο που σκέπαζε την οικονομική κατάσταση της Κύπρου διακορεύθηκε και φάνηκε από κάτω το φρικτό πρόσωπο της οικονομικής κατάρρευσης, η οποία υπήρχε προ πολλού. Έγινε το κούρεμα. Η Κυβέρνηση και η Βουλή έστερξαν να τροποποιήσουν την νομοθεσία περί αφερεγγυότητας. Μεταξύ των διατάξεων που τροποποιήθηκαν ήσαν και πολλές διατάξεις περί εκκαθάρισης εταιριών. Έτσι, το βιβλίο έπρεπε να επικαιροποιηθεί, κάτι που γίνεται με την παρούσα έκδοση. Στην έκδοση αυτή σχολιάζονται όλες οι νέες διατάξεις, μερικές από τις οποίες κρίνονται ως αντισυνταγματικές, και αναπτύσσονται τα σχετικά επιχειρήματα τα οποία είναι δυνατόν να προωθηθούν ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο είναι το μόνο αρμόδιο όργανο για να κρίνει την τυχόν αντισυνταγματικότητά τους. Ταυτόχρονα, αναλύονται και οι προϋφιστάμενες διατάξεις, όπως στην πρώτη έκδοση, μερικές εκ των οποίων εκτενέστερα στην παρούσα έκδοση.

 

i. Δεν αναμένεται ο μελετητής να θυμάται όλες τις λεπτομέρειες του βιβλίου. Αποκομίζει, όμως, το όφελος που αποκομίζει κάθε μελετητής από οποιοδήποτε βιβλίο. Δηλαδή γνωρίζει το περιεχόμενο της σκέψης του συγγραφέα επί του θέματος, τον τρόπο της σκέψης του και τον τρόπο διατύπωσης της σκέψης του. Άλλωστε μόρφωση δεν είναι οι γνώσεις,  αλλά το κατάλοιπο  των γνώσεων. Είναι εκείνο που απομένει όταν οι γνώσεις, αφού αποκτηθούν, ξεχασθούν, ή παραμερισθούν, ή απομονωθούν από την υπόλοιπη εγκεφαλική λειτουργία.  Είναι, δηλαδή, η καλλιέργεια του πνεύματος και του ήθους. Και η νομική επιστήμη είναι και τα δύο αυτά. Κάθε επιστήμη πρέπει να είναι αυτά τα δυο. Χάριν της πράξης.

 

Ευχαριστώ που με ακούσατε.

 

Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής.